Αναζήτηση - Search

Τρίτη, 26 Απριλίου 2011



THE LABYRINTH 
Once upon a time/space continuum there lived a Being so free that he could come and go wherever he would please. A curious Being he was. He journeyed near and far and high and low in endless quest to create and know and experience all there is. 

Once he chanced upon a time and place he never would forget. He found himself against a wall so endless that he couldn't go around. He was just about to turn around and continue on his way, when he saw the rainbow lights that flashed in his all-seeing eyes. Venturing closer he saw the lights were formed in symbols that he could not understand - LABYRINTH.

Beneath the dazzling, flashing lights an open door beckoned him to enter. Curious Being that he was, he entered through the door and found himself in a bright and airy room with many wonders to behold. Waterfalls and trees and lush, green plants with multicolored flowers. Curious lifeforms of all kinds danced to the magical music of the rainbow colored lights. What a fascinating place this was! And this room in turn had doors, which led through corridors to many more fascinating rooms that also had doors. There were riddles to answer, mysteries to solve, and myriad games to play!

So many games and things were there to see and do that he lost all track of time and space in this vast amazing place. But he didn't think to mark his way as he went down deeper in the Labyrinth.

And as he went along his way the rooms and corridors waned small and dark. There were many more doors than ever before, and sometimes the doors slammed shut behind him with an awful sound that echoed down into the dark depths of the Labyrinth. When he turned around he found that each door would disappear, but he just shrugged his shoulders and figured he would find his way out of this Labyrinth - someday.

Shadows passed in dark, dank places where unseen hands pulled and pushed and slapped and pinched. Pleasure turned to pain, and now he searched in vain, thinking only of escape. How did he ever get trapped in this place anyway? And how would he get out?

He met some people along the way and asked if they knew the way out of the Labyrinth. They would only stare back with their bottomless eyes and ask: "What's a Labyrinth?"

Finally he met a lady with a candle glowing, and she said, "Follow me, for I have found Illumination." Since he had never met anyone else with Illumination, he followed her even into the darkest of tunnels, searching for the way out of the Labyrinth. They explored corridors where he'd never been before, but finally her candle burned out, and he was again lost in the darkness.

He searched for more people with Illumination and asked them where they found their candles. Some said "God" spoke to them in their heads saying, "Go to the Light," and they were guided to the candles. Others said they had met a "God" face-to-face and learned the secrets of Illumination and received the Fire from the "Gods."

He followed many people with Illumination, but every time he ended up in dead-end places in the deep, dark depths of the Labyrinth. So he stopped listening to the candle people and tried to figure how to get out by himself.

He thought and thought, and finally he realized that all he had to do was remember how he got into the Labyrinth.
This, he found, was not an easy task, but he just knew it had to work. He began to retrace his steps in the dark, and when he'd forget which turn he had made or which door he had come through, he would just sit down, close his eyes, and look at his memories to see the way he'd come.

He was so happy that he had figured out the way out of the Labyrinth. He felt that he should tell the candle people, because they were searching for the way out, too. But they would just shun him or mock him and say, "Who are you to point the way? You are lost in the Labyrinth like we are! The Gods of Light point the way, and they are not trapped in the Labyrinth like you are, so we will listen to them, not you."


He continued on, because he found himself spending all his time trying to convince the candle people instead of following his plan. Sometimes he had to find the doors that had disappeared, but with great patience he found the secret keys to the secret doors and continued on his way. He would sometimes want to give up because he had to pass through  the corridors of pain, but his will was strong and so continued on. 

Finally he found himself outside the Labyrinth. The Freed Being rejoiced in the freedom of infinite time and space.
But then he began to think about the people he had left behind, trapped in the Labyrinth. He felt bad for the people trapped inside and still wanted to help them. However, he realized that he might get trapped inside the Labyrinth again if he went in to tell them. He also recalled how they mocked him and how they would only listen to the "Gods" of Illumination. So the Freed Being just shrugged and thought, "Well, I guess they'll have to figure it out for themselves."

But just as he turned to leave, he saw another Free Being approaching the Labyrinth. A great sadness fell over him, because he knew that this Free Being would also get trapped in the Labyrinth. He tried to dissuade this Free Being from entering the Labyrinth, but to no avail.  


The Freed Being nearly gave up when a great idea flashed through his mind. He still had his notes of his journey out of the Labyrinth, so he gave his book of notes to the Free Being. He said, "Here, take this book with you. You can use it in case you get stuck in the Labyrinth. But before you leave, give it to the people who seek Illumination - for unlike the others, they know they are in the Labyrinth and are seeking a way out.

"And what should I tell the seekers of Illumination what this book is?" asked the Free Being.

The Freed Being thought for awhile and then replied, "Tell them it is Illumination from the Gods - They will listen to that.


Excerpt from The Eye of Ra, by Truman Cash

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011

Ο Λαβύρινθος




Ο ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ

Κάποτε, σε κάποιο χωροχρονικό συνεχές, ζούσε ένα Ον τόσο ελεύθερο, που μπορούσε να φεύγει και να επιστρέφει όποτε το επιθυμούσε. Ένα Ον με μεγάλη περιέργεια. Ταξίδευε κοντά και μακριά, ψηλά και χαμηλά, αναζητώντας ατέρμονα να δημιουργεί, να γνωρίζει και να βιώνει τα πάντα.

Κάποτε βρέθηκε σ' έναν τόπο και χρόνο που δε θα ξεχνούσε ποτέ. Βρέθηκε μπροστά σ' έναν τοίχο τόσο απέραντο, που δεν μπορούσε να βρει πού άρχιζε ή πού τελείωνε. Εκεί που ετοιμαζόταν να κάνει στροφή και να συνεχίσει την περιπλάνησή του, φώτα στα χρώματα του ουράνιου τόξου άστραψαν μέσα στα μάτια του, που έβλεπαν τα πάντα. Πλησιάζοντας περισσότερο, είδε ότι τα φώτα σχημάτιζαν σύμβολα που δεν κατανοούσε - ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ.

Κάτω από τα εκτυφλωτικά φώτα, μια ανοιχτή πόρτα το προσκαλούσε να μπει. Καθώς ήταν ένα Ον με μεγάλη περιέργεια, πέρασε την πόρτα και βρέθηκε σε μια φωτεινή και ευάερη αίθουσα γεμάτη θαυμαστά πράγματα. Καταρράκτες, δέντρα, πλούσια βλάστηση και πολύχρωμα λουλούδια, ενώ κάθε λογής μορφές ζωής χόρευαν στη μαγευτική μουσική που έβγαινε από τα φώτα του ουράνιου τόξου. Τι θεσπέσιο μέρος! Στην αίθουσα υπήρχαν κι άλλες πόρτες, που οδηγούσαν μέσα από διαδρόμους σε πολλές ακόμη πιο υπέροχες αίθουσες, που επίσης είχαν πόρτες. Υπήρχαν γρίφοι για να απαντηθούν, μυστήρια να λυθούν και μυριάδες ακόμη παιχνίδια!

Τόσα πολλά ήταν τα παιχνίδια και όλα αυτά που μπορούσε να δει και να κάνει, που έχασε τελείως την αίσθηση του χώρου και του χρόνου σ' αυτό το απέραντο, θαυμάσιο μέρος. Δε σκέφτηκε όμως να σημειώσει τη διαδρομή του, καθώς έμπαινε όλο και πιο βαθιά στο Λαβύρινθο.

Κι όσο προχωρούσε, οι αίθουσες και οι διάδρομοι γίνονταν μικρότερες και σκοτεινές. Οι πόρτες ήταν τώρα πολύ περισσότερες από πριν, και μερικές φορές έκλειναν πίσω του μ' ένα θόρυβο εκκωφαντικό, που αντηχούσε στα σκοτεινά βάθη του Λαβύρινθου. Κοιτώντας πίσω του διαπίστωνε ότι οι πόρτες εξαφανίζονταν, όμως δεν ανησυχούσε και σκεφτόταν ότι θα έβρισκε το δρόμο έξω από το Λαβύρινθο - κάποια μέρα.

Σκιές περνούσαν από τα σκοτεινά, υγρά μέρη, όπου αόρατα χέρια το τραβούσαν, το έσπρωχναν, το χτυπούσαν και το τσιμπούσαν. Η ευχαρίστηση μετατράπηκε σε πόνο, και στη μάταιη αναζήτησή του το μόνο που σκεφτόταν πια ήταν η απόδραση. Πώς παγιδεύτηκε σ' αυτό το μέρος; Και πώς θα κατάφερνε να ξεφύγει;

Καθώς προχωρούσε συνάντησε ανθρώπους και τους ρώτησε αν γνώριζαν πώς θα βγει από το Λαβύρινθο. Κι εκείνοι απλώς κοίταζαν με το βλέμμα κενό και ρωτούσαν: "Τι είναι ο Λαβύρινθος;"

Τελικά συνάντησε μια γυναίκα με ένα αναμμένο κερί, που του είπε: "Ακολούθησέ με, έχω βρει τη Φώτιση". Μιας και δεν είχε συναντήσει κανέναν άλλο με Φώτιση, την ακολούθησε ακόμη και στα πιο σκοτεινά τούνελ, αναζητώντας διέξοδο από το Λαβύρινθο. Εξερεύνησαν διαδρόμους στους οποίους δεν είχε βρεθεί ποτέ πριν, μα τελικά το κερί της κάηκε, και το ον απέμεινε πάλι χαμένο στο σκοτάδι.

Αναζήτησε κι άλλους ανθρώπους με Φώτιση και τους ρώτησε πού βρήκαν τα κεριά τους. Κάποιοι είπαν ότι άκουσαν τη φωνή του "Θεού" στο κεφάλι τους, που τους έλεγε "Πηγαίνετε προς το Φως", κι έτσι οδηγήθηκαν στα κεριά. Άλλοι είπαν ότι είδαν κάποιο "Θεό" με τα μάτια τους, έμαθαν τα μυστικά της Φώτισης και έλαβαν τη Φωτιά από τους "Θεούς".

Ακολούθησε πολλούς ανθρώπους με Φώτιση, αλλά κάθε φορά κατέληγε σε αδιέξοδα, στα σκοτεινά βάθη του Λαβύρινθου. Έτσι, έπαψε ν' ακούει τους ανθρώπους με τα κεριά και προσπάθησε να βρει τρόπο να βγει μόνο του.

Σκέφτηκε και σκέφτηκε, και τελικά συνειδητοποίησε ότι το μόνο που χρειαζόταν να κάνει ήταν να θυμηθεί το δρόμο που είχε διανύσει ως εκεί. Αυτό, βέβαια, δεν ήταν καθόλου εύκολο, όμως ήξερε πως έπρεπε να πετύχει. Άρχισε να ανακαλεί τα βήματά του στο σκοτάδι, και όταν ξεχνούσε ποια στροφή είχε πάρει ή ποια πόρτα είχε περάσει, καθόταν με κλειστά μάτια και κοιτούσε τις αναμνήσεις του για να δει το δρόμο που είχε ακολουθήσει.

Ήταν πανευτυχής που είχε βρει τον τρόπο να βγει από το Λαβύρινθο. Σκέφτηκε να το πει στους ανθρώπους με τα κεριά, γιατί κι εκείνοι έψαχναν την έξοδο. Όμως τον απέφευγαν ή τον κορόιδευαν, λέγοντας "Ποιος είσαι εσύ που θα μας δείξεις το δρόμο; Είσαι κι εσύ χαμένος στο Λαβύρινθο, όπως κι εμείς! Οι Θεοί του Φωτός δείχνουν το δρόμο. Δεν είναι παγιδευμένοι όπως εσύ, οπότε θ' ακούσουμε εκείνους, κι όχι εσένα".

Έτσι, συνέχισε μόνος, αφού διαπίστωσε ότι ανάλωνε όλο του το χρόνο προσπαθώντας να πείσει τους ανθρώπους με τα κεριά, αντί να ακολουθεί το σχέδιό του. Κάποιες φορές έπρεπε να βρει πόρτες που είχαν εξαφανιστεί, αλλά με μεγάλη υπομονή ανακάλυψε τα κλειδιά για τις κρυφές πόρτες και συνέχισε το δρόμο του. Κάποιες φορές σκέφτηκε να εγκαταλείψει, επειδή έπρεπε να περάσει από τους διαδρόμους του πόνου, όμως η θέλησή του ήταν ισχυρή και συνέχισε.

Τελικά βρέθηκε έξω από το Λαβύρινθο. Το Ελευθερωμένο Ον χάρηκε την ελευθερία του άπειρου χρόνου και χώρου. Έπειτα όμως άρχισε να σκέφτεται τους ανθρώπους που είχε αφήσει πίσω του, παγιδευμένους στο Λαβύρινθο. Ένιωθε άσχημα γι' αυτούς που ήταν παγιδευμένοι και ήθελε ακόμη να τους βοηθήσει. Ωστόσο, υπήρχε περίπτωση να παγιδευτεί ξανά μέσα στο Λαβύρινθο, αν επέστρεφε εκεί. Θυμόταν επίσης ότι οι άνθρωποι τον κορόιδευαν και άκουγαν μόνο τους Θεούς της Φώτισης. Έτσι, το Ελευθερωμένο Ον σήκωσε τους ώμους και σκέφτηκε "Υποθέτω ότι θα πρέπει να βρουν το δρόμο μόνοι τους".

Τη στιγμή που έκανε να φύγει, είδε ένα άλλο Ελεύθερο Ον να πλησιάζει το Λαβύρινθο. Μεγάλη θλίψη τον πλημμύρισε, γιατί ήξερε ότι κι αυτό το Ελεύθερο Ον θα παγιδευόταν στο Λαβύρινθο. Προσπάθησε να του αλλάξει γνώμη, αλλά μάταια.

Το Ελευθερωμένο Ον ήταν έτοιμο να τα παρατήσει, όταν μια ιδέα έλαμψε ξαφνικά στο νου του. Είχε ακόμη τις σημειώσεις του από τη διαδρομή του έξω από το Λαβύρινθο, κι έτσι τις έδωσε στο Ελεύθερο Ον, λέγοντάς του: "Ορίστε, πάρε μαζί σου αυτό το βιβλίο. Μπορείς να το χρησιμοποιήσεις σε περίπτωση που παγιδευτείς στο Λαβύρινθο. Πριν φύγεις, όμως, δώσε το στους ανθρώπους που αναζητούν τη Φώτιση - γιατί εκείνοι, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους, γνωρίζουν ότι βρίσκονται στο Λαβύρινθο και αναζητούν μια διέξοδο.

"Και όταν δώσω το βιβλίο στους ανθρώπους που αναζητούν τη Φώτιση, τι να τους πω ότι είναι;" ρώτησε το Ελεύθερο Ον.

Το Ελευθερωμένο Ον σκέφτηκε για λίγο και στη συνέχεια απάντησε: "Πες τους ότι είναι Φώτιση από τους Θεούς - αυτό θα το ακούσουν".

Aπόσπασμα από το βιβλίο του Truman Cash
με τίτλο The Eye of Ra
Μετάφραση: Ariel

Σάββατο, 16 Απριλίου 2011

Φιλοσοφία και Δογματισμός



ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΔΟΓΜΑΤΙΣΜΟΣ


Η φιλοσοφία δεν είναι έτοιμη γνώση που προκύπτει ως αποκάλυψη από μια ανώτερη δύναμη. Οι αρχαίοι φιλόσοφοι αποδείκνυαν τις ιδέες τους χρησιμοποιώντας λογικά επιχειρήματα, πολλές φορές με μια ακρίβεια επιστημονική. Σήμερα, όσοι θα είχαν την ικανότητα και την κλίση να κάνουν το ίδιο αποθαρρύνονται συνήθως από το γεγονός ότι η κρίση και η ορθολογική ανάλυση έχουν υποβαθμιστεί σε μεγάλο βαθμό ως εργαλεία σκέψης.

Στην εποχή μας, η αποδεικτική πορεία μιας θεωρίας έχει αντικατασταθεί σε μεγάλο βαθμό από άλλες τεχνικές για την αποδοχή της, ενώ ο αναγνώστης περιορίζεται συνήθως στο να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει. Τη συμφωνία ή τη διαφωνία του αυτή πολλές φορές τη στηρίζει στη διαίσθησή του ή, αλλιώς, την εσωτερική του γνώση της αλήθειας. Αν κάνουμε την παραδοχή ότι η γνώση της αλήθειας ενυπάρχει σε κάθε άνθρωπο, τότε η διαίσθηση δεν μπορεί ποτέ να σφάλει και, κατά συνέπεια, όλοι όσοι επικαλούνται τη διαίσθησή τους για να εξηγήσουν το λόγο που αποδέχονται ή απορρίπτουν μια θεωρία θα έπρεπε να συμφωνούν μεταξύ τους, κάτι που προφανώς δε συμβαίνει. Θα πρέπει λοιπόν να υποθέσουμε πως δεν είναι απαραίτητα η διαίσθηση που μιλάει, αλλά οι ήδη διαμορφωμένες αντιλήψεις, οι προτιμήσεις, το πόσο ελκυστική είναι μια θεωρία, η προσωπικότητα του ατόμου που την εκφράζει και πολλοί άλλοι παράγοντες. Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει συνηθίσει να δέχεται τη φωνή τους αβασάνιστα ως "διαίσθηση". Κι ο δογματισμός βρίσκει πρόσφορο έδαφος για να αναπτυχθεί.

Η αξιωματική έκφραση ή αποδοχή αντιλήψεων και θεωριών δεν έχει θέση στην αναζήτηση της σοφίας. Ξεκινά από μια περιθωριοποίηση της κριτικής σκέψης και οδηγεί σταδιακά στην ατροφία της. Οι αντιλήψεις που στηρίζονται στο θεμέλιο του δογματισμού χαρακτηρίζονται από ακαμψία, με φυσική συνέπεια την περαιτέρω ακαμψία της σκέψης από την οποία και προήλθαν. Το μεγαλύτερο εμπόδιο στη γνώση είναι η πεποίθηση ότι γνωρίζουμε ήδη.

Παρασκευή, 15 Απριλίου 2011

Philosophy and Dogmatism


PHILOSOPHY AND DOGMATISM

Philosophy is not ready-made knowledge that is revealed to one by a superior power. Philosophers of Ancient Greece used to prove their ideas using reason, oftentimes with a scientific precision. Nowadays, those able or inclined to do the same are usually discouraged by the fact that judgement and logical analysis have been largely degraded as tools of thought.


Nowadays, the procedure of proving a theory has been replaced to a large degree by persuasion techniques, and the reader is usually limited to agree or disagree. He often bases such agreement or disagreement on his intuition or, in other words, his "inner sense of truth". If we postulate that knowledge of truth exists within any person, then intuition could never err and, consequently, all those using their intuition as a reason why they accept or reject a certain theory should be in agreement with one another, which is obviously not the case. We must assume, therefore, that it is not necessarily their intuition speaking, but their existent beliefs, their preferences, the appeal of a theory, the personality of the person expressing it and many other factors. Modern man is used to take their voice as "intuition" without second thought. And dogmatism finds fertile ground to expand.

Authoritative statement or acceptance of beliefs and theories has no place in the search for wisdom. It starts with a marginalization of critical thought and leads gradually to its elimination. Beliefs that are based on the foundation of dogmatism are rigid, resulting to a further rigidity of thinking which brought them about in the first place. The greatest obstacle to knowledge is the conviction that we already know.

Δημοφιλείς αναρτήσεις